Μετάφραση του "ciclista" σε Ελληνικά
Οι ποδηλάτης, ποδηλάτισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ciclista" σε Ελληνικά.
ciclista
noun
masculine
γραμματική
Chi va in bicicletta.
-
ποδηλάτης
noun masculineprofessione di colui che gareggia con la bicicletta
Il ciclista ha detto che quest'osso si è conficcato nel suo braccio.
Ο ποδηλάτης είπε ότι αυτό το οστό σφήνωσε στο χέρι του.
-
ποδηλάτισσα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ciclista " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ciclista" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ποδηλάτης πίστας
-
ένδυμα ποδηλασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη