Μετάφραση του "cieca" σε Ελληνικά
Το τυφλός είναι η μετάφραση του "cieca" σε Ελληνικά.
cieca
noun
adjective
feminine
γραμματική
-
τυφλός
adjectiveEra cieco dalla nascita.
Αυτός ήταν τυφλός εκ γενετής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cieca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cieca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τυφλό σύστημα δακτυλογράφησης
-
τυφλό έντερο
-
τυφλόμυγα
-
Τυφλασπαλακας
-
η αγάπη είναι τυφλή
-
αδιέξοδο
-
αδιέξοδος διάδρομος
-
τυφλό σημείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη