Μετάφραση του "cilindro" σε Ελληνικά
Οι κύλινδρος, ημίψηλο, Κύλινδρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cilindro" σε Ελληνικά.
cilindro
noun
verb
masculine
γραμματική
Figura tridimensionale con due basi congruenti in piani paralleli. [..]
-
κύλινδρος
noun masculineTagliano il cilindro in sezioni da un metro
Κόβουν τους κυλίνδρους σε κομμάτια μήκους ενός μέτρου
-
ημίψηλο
noun neutertipo di cappello
Ti da'tempo per comprare il cappello a cilindro e il monocolo.
Έχεις χρόνο να πάρεις το ημίψηλο καπέλο και το μονόκλ.
-
Κύλινδρος
forma geometrica tridimensionale
Cilindri dei freni (compresi i freni a molla e a cilindri idraulici)
Κύλινδροι πέδησης (περιλαμβάνονται τα συστήματα πέδησης με ελατήρια και υδραυλικοί κύλινδροι)
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Κύλινδρος κινητήρα
- μηχανή κυλινδρικής πίεσης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cilindro " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cilindro"
Φράσεις παρόμοιες με "cilindro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γράφημα οριζόντιων κυλίνδρων
-
νευράξονας
-
γράφημα κυλίνδρων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη