Μετάφραση του "circoscrizione" σε Ελληνικά
Οι περιφέρεια, δικαιοδοσία, εκλογική περιφέρεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "circoscrizione" σε Ελληνικά.
Ciascuna parte in cui viene suddiviso un territorio a scopi amministrativi.
-
περιφέρεια
noun feminineIl numero delle aziende contabili per circoscrizione è fissato nell'allegato I.
Ο αριθμός των λογιστικών εκμεταλλεύσεων ανά περιφέρεια καθορίζεται στο παράρτημα Ι.
-
δικαιοδοσία
noun feminineArbeitsamt (ufficio del lavoro) nella cui circoscrizione si trova l'ultimo luogo di occupazione del lavoratore
ΤοArbeitsamt (Γραφείο Εργασίας), στην περιοχή δικαιοδοσίας του οποίου ευρίσκεται ο τελευταίος τόπος απασχολήσεως του εργαζομένου.
-
εκλογική περιφέρεια
feminineLa seconda questione importante è la circoscrizione elettorale europea.
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα είναι η ευρωπαϊκή εκλογική περιφέρεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " circoscrizione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "circoscrizione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαίρεση σε εκλογικές περιφέρειες
-
εκλογική περιφέρεια