Μετάφραση του "codardo" σε Ελληνικά

Οι δειλός, άνανδρος, φοβιτσιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "codardo" σε Ελληνικά.

codardo adjective noun masculine γραμματική

Una persona che non ha coraggio. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δειλός

    noun masculine

    Permettendo a noi codardi di spassarcela con le vedove degli eroi.

    Μένοντας δειλός περνάμε ώρα με τις χήρες των ηρώων.

  • άνανδρος

    noun masculine

    Piagnucoloso codardo che mi ha servito tutti questi anni.

    Ένας άνανδρος μυξιάρης που με υπηρετούσε όλα αυτά τα χρόνια.

  • φοβιτσιάρης

    masculine

    Ma un giorno, con mia sorpresa, la maestra cercò di mettermi in imbarazzo dicendo che ero un codardo.

    Μια μέρα, χωρίς να το περιμένω, η δασκάλα μου προσπάθησε να με ντροπιάσει λέγοντας ότι είμαι φοβιτσιάρης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φοβητσιάρης
    • κιοτής
    • κότα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " codardo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "codardo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη