Μετάφραση του "collasso" σε Ελληνικά
Οι κατάρρευση, λιποθυμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collasso" σε Ελληνικά.
collasso
noun
verb
masculine
γραμματική
Caduta improvvisa e rovinosa.
-
κατάρρευση
noun feminineAnche se le autorita'dicono che la situazione e'sotto controllo, altri temono che il sistema potrebbe collassare.
Ενώ οι αρχές ισχυρίζονται, πως όλα βρίσκονται υπό έλεγχο, άλλοι φοβούνται πως το σύστημα οδεύει προς κατάρρευση.
-
λιποθυμία
noun feminineHo parlato con il suo psichiatra, il Dottor Carlstrom, e nessuna delle medicine che le ha prescritto potrebbero causare un simile collasso.
Μίλησα με τον ψυχίατρό της, τον Δρ. Καρλστρομ, και κανένα από τα φάρμακα που της χορηγεί δεν μπορεί να προκαλέσει λιποθυμία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " collasso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "collasso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διπλώνω · καταπίπτω · καταρρέω · σωριάζομαι
-
Βαρυτική κατάρρευση
-
διπλώνω · καταπίπτω · καταρρέω · σωριάζομαι
-
διπλώνω · καταπίπτω · καταρρέω · σωριάζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη