Μετάφραση του "collocare" σε Ελληνικά

Οι βάζω, θέτω, επενδύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collocare" σε Ελληνικά.

collocare verb γραμματική

Fare uno o più investimenti. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάζω

    verb

    L'orario sullo scontrino lo colloca lì molto prima che noi arrivassimo sulla scena.

    Χρονοσφραγίδα τον βάζει εκεί αρκετά λεπτά πριν φτάσουμε στη σκηνή.

  • θέτω

    verb

    I vermi lo collocherebbero sulla scena del crimine della vittima nella vasca.

    Τα σκουλήκια τον θέτουν στον τόπο του εγκλήματος του θύματος στην μπανιέρα.

  • επενδύω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνουσιάζομαι
    • αποθηκεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " collocare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "collocare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη