Μετάφραση του "colmo" σε Ελληνικά

Οι ύψος, κορυφή, ακμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colmo" σε Ελληνικά.

colmo adjective noun verb masculine γραμματική

La sommità, il punto più alto del tetto.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύψος

    noun neuter
  • κορυφή

    noun feminine

    Vi ricordate quando la vostra gioia e la vostra fede erano al colmo?

    Θυμάστε πότε η πίστη και η ευτυχία σας να γεμίζει ως την κορυφή;

  • ακμή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " colmo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "colmo"

Φράσεις παρόμοιες με "colmo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "colmo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη