Μετάφραση του "colpire" σε Ελληνικά
Οι χτυπώ, αιχμαλωτίζω, προσβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colpire" σε Ελληνικά.
colpire
verb
γραμματική
Dare uno o più colpi con dei movimenti rapidi. [..]
-
χτυπώ
verbDare uno o più colpi con dei movimenti rapidi.
Una macchina ha colpito Tom.
Ένα αμάξι χτύπησε τον Τομ.
-
αιχμαλωτίζω
verb -
προσβάλλω
verbPuò colpire una o più specie animali e può determinare elevata morbilità, generalmente associata a bassa mortalità.
Μπορεί να προσβάλλει ένα ή πολλά είδη ζώων και να έχει υψηλά ποσοστά νοσηρότητας, με γενικά χαμηλή θνησιμότητα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταπλήσσω
- κρουω
- κάνω
- ρίχνω
- βλάπτω
- καταφέρνω
- πυροβολώ
- ευστοχώ
- σαστίζω
- συγκινώ
- σφυροκοπώ
- κτυπώ
- επιτυγχάνω
- αφήνω άναυδο
- αφήνω εμβρόντητο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " colpire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "colpire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πυρόπληκτος
-
Ο Πόλεμος των Άστρων: Επεισόδιο 5 - Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη