Μετάφραση του "comandare" σε Ελληνικά

Οι εντολή, διοικώ, αποσπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comandare" σε Ελληνικά.

comandare verb γραμματική

Esercitare potere o autorità su una persona, un gruppo di persone, animali, territori o un'organizzazione. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντολή

    noun feminine

    Il conto alla rovescia puo'essere fermato solo su mio comando personale.

    Η αντίστροφη μέτρηση μπορεί να σταματήσει μόνο με δική μου εντολή.

  • διοικώ

    verb

    Se hai un problema per come comando questa squadra, parlane con Bullard, va bene?

    Αν έχεις πρόβλημα με το τρόπο που διοικώ, μίλα στον Μπούλαρντ γι αυτό, εντάξει?

  • αποσπώ

    verb

    Credi che ti abbia dato il comando perche'si fida di te... o perche'cerca di distrarti?

    Λες να σε άφησε επί κεφαλής επειδή σε εμπιστεύεται ή επειδή θέλει να σε αποσπάσει;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βιβλίο
    • λειτουργώ
    • διευθύνω
    • διατάζω
    • προστάζω
    • κυβερνώ
    • επιβάλλομαι
    • εξαναγκάζω
    • υποχρεώνω
    • είμαι επικεφαλής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comandare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "comandare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comandare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη