Μετάφραση του "commutare" σε Ελληνικά
Οι μετατρέπω, ανταλλάσσω, μετασχηματίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commutare" σε Ελληνικά.
commutare
verb
γραμματική
Cambiare qualcosa di vecchio, cioè qualcosa che con il tempo é diventato inutilizzabile, con un'altro nuovo. [..]
-
μετατρέπω
verbLa sentenza di morte della Bellinger è stata commutata quando è rimasta incinta in carcere.
Η θανατική ποινή της Μπέλιντζερ μετατράπηκε, όταν έμεινε έγκυος ενώ εκτούσε την ποινή της.
-
ανταλλάσσω
verb -
μετασχηματίζω
verb -
τροποποιώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commutare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη