Μετάφραση του "compimento" σε Ελληνικά
Οι συμπλήρωση, περάτωση, αποτελείωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compimento" σε Ελληνικά.
compimento
noun
masculine
γραμματική
Il portare a termine qualcosa.
-
συμπλήρωση
nounLa concessione di questa indennità è subordinata, in particolare, al compimento di quindici anni di anzianità di insegnamento in università austriache.
Η χορήγηση αυτού του επιδόματος εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς αρχαιότητας καθηγεσίας σε αυστριακά πανεπιστήμια.
-
περάτωση
nounTali iniziative devono proseguire in uno spirito inclusivo e responsabile per portare a compimento la transizione.
Οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να συνεχιστούν, με πολυσυλλεκτικό και υπεύθυνο πνεύμα, για την επιτυχή περάτωση της μετάβασης.
-
αποτελείωμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compimento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη