Μετάφραση του "complemento" σε Ελληνικά
Οι συμπλήρωμα, αντικείμενο προσδιορισμού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "complemento" σε Ελληνικά.
complemento
noun
masculine
γραμματική
Qualcosa aggiunto a qualcos'altro per completarlo o perfezionarlo.
-
συμπλήρωμα
noun neuterIl presente complemento segue la suddivisione adottata nella ventiduesima edizione integrale.
Το παρόν συμπλήρωμα ακολουθεί το σύστημα υποδιαίρεσης που υιοθετήθηκε στην 22η πλήρη έκδοση.
-
αντικείμενο προσδιορισμού
complemento di luogo
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " complemento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "complemento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμπληρωματικός μηχανισμός
-
πρόσθετες απολαβές
-
συμπληρωματική ενίσχυση για τα προϊόντα
-
συμπληρωματική χρηματοδότηση
-
συμπληρωματικά χρώματα
-
πρόσθετο εισόδημα
-
δευτερεύων λογαριασμός
-
επικουρικό επίδομα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη