Μετάφραση του "comprare" σε Ελληνικά

Οι αγοράζω, ψωνίζω, αγοράξω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comprare" σε Ελληνικά.

comprare verb γραμματική

Ottenere qualcosa in cambio di beni o di una somma di denaro. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγοράζω

    verb

    Ottenere qualcosa in cambio di beni o di una somma di denaro.

    Ha comprato un computer nuovo.

    Έχει αγοράσει καινούριο υπολογιστή.

  • ψωνίζω

    verb

    Ti comprerò dei vestiti dopo che abbiamo finito qui.

    Μετά που θα ψωνίσουμε από δω, θα σου αγοράσω μερικά ρούχα.

  • αγοράξω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγορά
    • αποκτώ
    • δωροδοκώ
    • λαδώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comprare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "comprare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comprare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη