Μετάφραση του "comunicare" σε Ελληνικά

Οι επικοινωνώ, ανακοινώνω, πληροφορώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comunicare" σε Ελληνικά.

comunicare verb γραμματική

Trasmettere informazione. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικοινωνώ

    verb

    Μεταδίδω πληροφορίες.

    La capacità del prodotto per il trattamento di immagini di comunicare con un microtelefono senza fili.

    Ικανότητα του προϊόντος απεικόνισης να επικοινωνεί με ασύρματη χειροσυσκευή.

  • ανακοινώνω

    verb

    Nell'avviso di apertura la Commissione ha comunicato di aver selezionato in via provvisoria un campione di produttori dell'Unione.

    Στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι είχε επιλέξει προσωρινά ένα δείγμα ενωσιακών παραγωγών.

  • πληροφορώ

    verb

    L’indomani, tale funzionario gli ha comunicato che egli sarebbe stato tenuto al corrente dello svolgimento del procedimento.

    Την επομένη, ο αναπληρωτής προϊστάμενος πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι θα ενημερωνόταν για την εξέλιξη της διαδικασίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεταβιβάζω
    • εκφράζω
    • αναμεταδίδω
    • διαδίδω
    • κοινολογώ
    • σκορπώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comunicare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "comunicare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comunicare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη