Μετάφραση του "con" σε Ελληνικά

Οι με, μαζί, από είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "con" σε Ελληνικά.

con adposition

In compagnia di

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • με

    adposition

    για συνοδεία, συντροφιά, παρέα, συνύπαρξη, ιδιοκτησία, κυριότητα, κατοχή, χαρακτηριστικό, ιδιότητα, περιεχόμενο [..]

    Non voglio parlare con Tom in questo momento.

    Δε θέλω να μιλήσω στον Τομ αυτήν τη στιγμή.

  • μαζί

    adverb

    Tom e Mary erano d'accordo con noi.

    Ο Τομ και η Μαίρη συμφώνησαν μαζί μας.

  • από

    adposition

    Max non potrebbe essere piu'diverso dagli altri uomini con cui sono stata.

    Ο Μάξ είναι κάτι περισσότερο από τους άντρες που έβγαινα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δια
    • σε
    • διά μέσου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " con " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "con"

Φράσεις παρόμοιες με "con" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "con" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη