Μετάφραση του "concavo" σε Ελληνικά
Οι κοίλος, κοίλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concavo" σε Ελληνικά.
concavo
adjective
masculine
γραμματική
-
κοίλος
ουσιαστικό αρσενικόConcavo al centro; pupilla grigia, cornea lattiginosa (3)
Κοίλος στο κέντρο· γκρίζα κόρη· γαλακτόχρωμος κερατοειδής (3)
-
κοίλο
adjectiveLe ostriche devono essere confezionate o imballate con la parte concava del guscio rivolta verso il basso.
Τα στρείδια πρέπει να συσκευάζονται σε πρώτη και δεύτερη συσκευασία με το κοίλο όστρακο προς τα κάτω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concavo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "concavo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κοίλο πολύγωνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη