Μετάφραση του "concime" σε Ελληνικά

Οι λίπασμα, οργανικό λίπασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concime" σε Ελληνικά.

concime noun masculine γραμματική

Sostanza sparsa sul suolo per favorire la crescita delle piante. Contiene normalmente nitrogeno, potassio e fosforo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λίπασμα

    noun neuter

    Sostanza sparsa sul suolo per favorire la crescita delle piante. Contiene normalmente nitrogeno, potassio e fosforo.

    Il presente documento descrive un metodo per dosare il molibdeno in estratti di concime.

    Στο παρόν έγγραφο περιγράφεται μέθοδος ποσοτικού προσδιορισμού του μολυβδαινίου στα εκχυλίσματα λιπασμάτων.

  • οργανικό λίπασμα

    noun

    - utilizzare la parte organica dei rifiuti trasformandola in concime organico (compost) per l'agricoltura;

    - η αξιοποίηση του οργανικού κλάσματος των αποβλήτων για τον μετασχηματισμό του σε οργανικό λίπασμα (compost), κατάλληλο για γεωργικές χρήσεις,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concime " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "concime" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concime" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη