Μετάφραση του "concorrenza" σε Ελληνικά

Οι ανταγωνισμός, συναγωνισμός, Ανταγωνισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concorrenza" σε Ελληνικά.

concorrenza noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταγωνισμός

    noun masculine

    Il quadro prevede la progressiva abrogazione della regolamentazione via via che la concorrenza diventa più efficace.

    Το πλαίσιο προβλέπει σταδιακή άρση των κανονιστικών ρυθμίσεων αφότου εδραιωθεί ο ανταγωνισμός.

  • συναγωνισμός

    noun masculine

    Mercati nei quali la concorrenza si esplica principalmente sulla produzione o sulla capacità

    Αγορές στις οποίες ο συναγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων αφορά κυρίως τον όγκο και την ικανότητα παραγωγής

  • Ανταγωνισμός

    Concorrenza — Intese — Accordi tra imprese — Lesione della concorrenza — Criteri di valutazione

    Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων — Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό — Κριτήρια εκτιμήσεως

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ταυτοχρονισμός
    • εχθρότητα
    • οικονομικός ανταγωνισμός
    • ταυτόχρονη εκτέλεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concorrenza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "concorrenza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concorrenza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη