Μετάφραση του "condannato" σε Ελληνικά
Το κατάδικος είναι η μετάφραση του "condannato" σε Ελληνικά.
condannato
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Participio passato di condannare.
-
κατάδικος
verb masculineHa inoltre autorizzato condanne a pene corporali, quali amputazioni e versamento di acido negli occhi del condannato.
Επέτρεψε επίσης καταδίκες σε σωματικές τιμωρίες όπως ο ακρωτηριασμός και η ρίψη οξέων στα μάτια καταδίκων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " condannato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "condannato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάδικος · καταδικάζω
-
απαγόρευση · απαλλοτρίωση · καταδίκη · καταδικαστική απόφαση · πρόταση
-
απαγόρευση · απαλλοτρίωση · καταδίκη · καταδικαστική απόφαση · πρόταση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη