Μετάφραση του "condizionale" σε Ελληνικά

Οι υποθετικός, με αναστολή, υποθετική - ευκτική έγκλιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "condizionale" σε Ελληνικά.

condizionale adjective noun masculine feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποθετικός

    adjective
  • με αναστολή

    Lo zio Joey non ha di nuovo ottenuto la condizionale.

    Ο θείος Τζόυ δεν μπόρεσε να βγει με αναστολή.

  • υποθετική - ευκτική έγκλιση

  • υπό όρους

    Tuttavia il riconoscimento condizionale non può superare in totale sei mesi.

    Ωστόσο, η υπό όρους έγκριση δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες συνολικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " condizionale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "condizionale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "condizionale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη