Μετάφραση του "confidenza" σε Ελληνικά
Οι Αυτοπεποίθηση, οικοιότητες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confidenza" σε Ελληνικά.
confidenza
noun
feminine
γραμματική
-
Αυτοπεποίθηση
Ero pieno di quella indecente confidenza che viene dopo un perfetto accoppiamento.
Κι εγώ ήμουν γεμάτος άσεμνη αυτοπεποίθηση που πηγάζει από το τέλειο ζευγάρωμα.
-
οικοιότητες
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confidenza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "confidenza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διάστημα εμπιστοσύνης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη