Μετάφραση του "confisca" σε Ελληνικά
Οι δήμευση, κατάσχεση, κατάληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confisca" σε Ελληνικά.
confisca
noun
verb
feminine
γραμματική
-
δήμευση
nounLa confisca delle sostanze oggetto del reato è generale.
Η δήμευση ουσιών που αποτελούν αντικείμενο αδικήματος είναι γενικευμένη.
-
κατάσχεση
noun feminineSanzioni pecuniarie, confisca, carcerazione in caso di violazione.
Σε περιπτώσεις παραβάσεων επιβολή προστίμων, κατάσχεση και φυλάκιση.
-
κατάληψη
nounI cattolici che si oppongono alla confisca degli edifici di Hanoi di proprietà del Nunzio apostolico vengono attaccati da bande di sicari.
Οι καθολικοί που αντιτίθενται στην κατάληψη κτιρίων στο Ανόι που ανήκουν στον Νούντσιο δέχονται επιθέσεις από εδικές ομάδες κρούσης.
-
αιφνίδια προσβολή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confisca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "confisca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δήμευση
-
κατάσχω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη