Μετάφραση του "confondere" σε Ελληνικά
Οι μπερδεύω, συγχέω, σαστίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confondere" σε Ελληνικά.
confondere
verb
γραμματική
Confondere completamente per nascondere i propri veri motivi, soprattutto simulando buone intenzioni in modo da ottenere un certo fine.
-
μπερδεύω
verbA volte confondo il silenzio per una critica.
Καμμιά φορά μπερδεύω την ησυχία με την κριτική.
-
συγχέω
verbLe politiche per l'occupazione devono essere coordinate con quelle monetarie, e non confuse con le stesse.
Οι πολιτικές σχετικά με την απασχόληση πρέπει να συντονιστούν με τις νομισματικές και να μη συγχέονται με αυτές.
-
σαστίζω
verbSe mi confondo, potrei...
Κι όταν σαστίζω, μπορεί να...
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προσβάλλω
- ανακατεύω
- ανακατώνω
- ζαλίζω
- ταράζω
- ντροπιάζω
- προκαλώ σύγχυση
- προκαλώ σύχγυση
- σκοτίζομαι
- φέρνω σε δύσκολη θέση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confondere " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "confondere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμήχανος · ανακατεμένος · δυσανάγνοστος · ζαλισμένος · μπερδεμένος · σαστισμένος · συγκεχυμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη