Μετάφραση του "congedo" σε Ελληνικά
Οι άδεια, απόλυση, σχόλασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "congedo" σε Ελληνικά.
congedo
noun
verb
masculine
γραμματική
-
άδεια
noun feminineIn caso di lavoro a tempo parziale, la durata del congedo annuale è ridotta proporzionalmente.
Στην περίπτωση εργασίας με μειωμένο ωράριο η ετήσια άδεια ελαττώνεται ανάλογα.
-
απόλυση
noun feminineA Ross era stato dato il congedo medico perche'aveva perso l'udito in un orecchio.
Στον Ρος χορηγήθηκε ιατρική απόλυση, διότι έχασε την ακοή του από το ένα αυτί του.
-
σχόλασμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " congedo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "congedo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άδεια μητρότητας
-
γονική άδεια
-
άδεια πατρότητας
-
αναρρωτική άδεια
-
απολύω · αποπέμπω
-
ειδική άδεια
-
άδεια για πολιτικούς λόγους
-
άδεια για κοινωνικούς λόγους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη