Μετάφραση του "congiunta" σε Ελληνικά
Οι συλλογικός, συνδυασμένος, συντονισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "congiunta" σε Ελληνικά.
congiunta
noun
adjective
particle
feminine
γραμματική
-
συλλογικός
masculineMediante l’acquisizione tradizionalmente congiunta dei diritti relativi alla Coppa del mondo, dette emittenti agirebbero come un ente collettivo.
Αποκτώντας πάντα από κοινού τα δικαιώματα μεταδόσεως του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οι τηλεοπτικοί οργανισμοί αυτοί συμπεριφέρονταν ως συλλογικός φορέας.
-
συνδυασμένος
masculineL'entità congiunta non avrà una posizione dominante su questo mercato.
Ο συνδυασμένος φορέας δεν θα έχει δεσπόζουσα θέση στην επίμαχη αγορά.
-
συντονισμένος
Adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " congiunta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "congiunta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δένω · ενώνω · συνδέω
-
οικείος · συγγενής
-
κοινή κοινοβουλευτική επιτροπή ΕΟΧ
-
κοινή συμβουλευτική επιτροπή ΕΟΧ
-
κοινή επιτροπή ΕΟΧ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη