Μετάφραση του "conoscere" σε Ελληνικά

Οι γνωρίζω, ξέρω, μαθαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conoscere" σε Ελληνικά.

conoscere verb γραμματική

Essere sicuro o avere certezza su qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνωρίζω

    verb

    Essere sicuro o avere certezza su qualcosa. [..]

    Cerca nel dizionario le parole che non conosci.

    Ψάξε στο λεξικό τις λέξεις που δε γνωρίζεις.

  • ξέρω

    verb

    Essere sicuro o avere certezza su qualcosa.

    Vuole conoscere la verità.

    Αυτός θέλει να ξέρει την αλήθεια.

  • μαθαίνω

    verb

    Siamo qui perche'vogliamo conoscere la verita'su questo caso.

    Είμαστε όλοι εδώ διότι θέλουμε να μάθουμε τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζω
    • βιώνω
    • παραδέχομαι
    • ομολογώ
    • λαμβάνω γνώση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conoscere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conoscere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conoscere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη