Μετάφραση του "consenso" σε Ελληνικά

Οι συμφωνία, συναίνεση, έγκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consenso" σε Ελληνικά.

consenso noun masculine γραμματική

Manifestazione di assenso, ratifica da parte di un’autorità. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμφωνία

    noun feminine

    Si è registrato un crescente consenso sulla necessità di coordinare, almeno a livello europeo, le imposte societarie.

    Παράλληλα, επετεύχθη συμφωνία απόψεων όσον αφορά την αναγκαιότητα να συντονισθεί τουλάχιστον η φορολογία επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

  • συναίνεση

    noun feminine

    Infatti l'ampliamento avrà successo solo se sarà sostenuto da un ampio consenso sociale.

    Η διεύρυνση θα ολοκληρωθεί με επιτυχία μόνο εφόσον στηρίζεται σε ευρύτατη κοινωνική συναίνεση.

  • έγκριση

    noun feminine

    Manifestazione di assenso, ratifica da parte di un’autorità.

    La legge sulla privacy e sui diritti delle famiglie richiede che abbia il consenso di entrambi gli studenti.

    Το οικογενειακό και παιδαγωγικό καταστατικό απαιτεί έγκριση γονέων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομοφωνία
    • συγκατάθεση
    • άδεια
    • επιδοκιμασία
    • επιλογή
    • κοινή συναίνεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consenso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consenso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consenso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη