Μετάφραση του "consorzio" σε Ελληνικά

Οι κονσόρτσιουμ, συνεργασία, οργάνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consorzio" σε Ελληνικά.

consorzio noun verb masculine γραμματική

Associazione di più imprenditori costituita al fine di coordinare e regolamentare le attività comuni spec. economiche o finanziarie.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κονσόρτσιουμ

    Delle imprese italiane del consorzio soltanto Falck produce quantitativi relativamente modesti di lamiere magnetiche.

    Επιπλέον, από την ιταλική πλευρά του κονσόρτσιουμ, μόνο η Falck παράγει σχετικά μικρές ποσότητες μαγνητικής λαμαρίνας.

  • συνεργασία

    noun

    Un consorzio di persone che hanno in mente gli interessi migliori per il mondo.

    Μια συνεργασία ανθρώπων που έχει ως σκοπό ό, τι καλύτερο για τον κόσμο.

  • οργάνωση

    noun feminine

    Non secondo questo rapporto di un consorzio di gruppi ambientalisti.

    Όχι, σύμφωνα με αυτή την αναφορά... από μια κοινοπραξία περιβαντολλογικών οργανώσεων.

  • κοινoπραξία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consorzio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Consorzio

Consorzio (X-Files)

+ Προσθήκη

"Consorzio" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Consorzio στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "consorzio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consorzio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη