Μετάφραση του "consueto" σε Ελληνικά

Οι συνήθης, συνηθισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consueto" σε Ελληνικά.

consueto adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνήθης

    adjective

    Del resto, il credito garantito era stato concesso alle condizioni consuete del mercato.

    Εξάλλου, η εγγυημένη τραπεζική πίστωση είχε χορηγηθεί υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς.

  • συνηθισμένος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consueto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consueto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη