Μετάφραση του "consumo" σε Ελληνικά
Οι κατανάλωση, ανάλωση, χρήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consumo" σε Ελληνικά.
consumo
noun
verb
masculine
γραμματική
-
κατανάλωση
noun feminineIl consumo avviene pertanto necessariamente nelle immediate vicinanze dell'ultimo impianto frigorifero.
Για το λόγο αυτό η κατανάλωση γίνεται αναγκαστικά μέσα στο διάστημα που έπεται άμεσα της τελευταίας δυνατότητας ψύξης.
-
ανάλωση
nounLa terza copia viene restituita a colui che ha immesso i prodotti in consumo.
Το τρίτο αντίτυπο επιστρέφεται στο πρόσωπο το οποίο έθεσε τα προϊόντα σε ανάλωση.
-
χρήση
noun feminineIl consumo di acqua totale dell'azienda include l'acqua venduta dall'azienda.
Στη συνολική χρήση ύδατος από την εκμετάλλευση περιλαμβάνονται τα ύδατα που πωλούνται από αυτή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταναλώνω
- αναλωθείς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consumo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consumo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγχώρια κατανάλωση
-
ύδατα για κατανάλωση
-
κατά κεφαλή κατανάλωση
-
κατανάλωση ενέργειας
-
επιχείρηση προς καταναλωτές
-
υπηρεσία παροχής καταναλωτών συμβάντων
-
φόρος κατανάλωσης
-
καταναλωτής συμβάντων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη