Μετάφραση του "contestare" σε Ελληνικά

Οι διαγωνισμός, αμφισβητώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contestare" σε Ελληνικά.

contestare verb γραμματική

Attaccare considerando come falso o incorretto.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαγωνισμός

    noun masculine

    La ricorrente deduce vari motivi idonei a far sorgere la responsabilità per ogni procedura d'appalto contestata.

    Η ενάγουσα προβάλλει διάφορους λόγους ευθύνης για κάθε αμφισβητούμενη διαδικασία διαγωνισμού.

  • αμφισβητώ

    verb

    Essa non contesta il fatto di aver importato un dato numero di parti smontate dalla Cina.

    Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι εισήγαγε ορισμένα μέρη ποδηλάτου από την Κίνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contestare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contestare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contestare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη