Μετάφραση του "conto" σε Ελληνικά

Οι λογαριασμός, τιμολόγιο, υπολογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conto" σε Ελληνικά.

conto noun verb masculine γραμματική

Nota di credito, per es. in un negozio o in un bar. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογαριασμός

    noun masculine

    Penso che ci sia un errore nel mio conto.

    Πιστεύω στο λογαριασμό μου είναι ένα λάθος.

  • τιμολόγιο

    noun neuter

    E oggi, la destra presenta il conto ai cittadini.

    Σήμερα, η δεξιά δίνει το τιμολόγιο στους πολίτες.

  • υπολογισμός

    noun

    Dev'essere evidente che la soluzione più adeguata è quella di tener conto degli effettivi costi connessi all'ambiente.

    Θα πρέπει να είναι σαφές ότι η καταλληλότερη λύση είναι ο υπολογισμός του πραγματικού κόστους στο περιβάλλον.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέτρημα
    • μέτρηση
    • καταμέτρηση
    • επαγγελματική σχέση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "conto"

Φράσεις παρόμοιες με "conto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη