Μετάφραση του "contrabbando" σε Ελληνικά

Οι λαθρεμπόριο, Λαθρεμπόριο, λαθραία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contrabbando" σε Ελληνικά.

contrabbando noun verb masculine γραμματική

Attività illecita che consiste nell'importare, esportare o far circolare nel territorio di uno stato merci non consentite o soggette a tributo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαθρεμπόριο

    noun neuter

    Innanzi tutto questo è contrabbando di merci soggette ad accise.

    Καταρχάς, πρόκειται για λαθρεμπόριο ειδών επί των οποίων επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης.

  • Λαθρεμπόριο

    Innanzi tutto questo è contrabbando di merci soggette ad accise.

    Καταρχάς, πρόκειται για λαθρεμπόριο ειδών επί των οποίων επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης.

  • λαθραία

    adjective

    Tutto cio'che dobbiamo fare e'il contrabbando sulla terraferma.

    Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να το περνάμε λαθραία στη στεριά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contrabbando " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contrabbando" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contrabbando" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη