Μετάφραση του "controllo" σε Ελληνικά

Οι έλεγχος, επιτήρηση, εξέταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "controllo" σε Ελληνικά.

controllo noun verb masculine γραμματική

Comprensione o comando di qualcosa a livello intellettuale. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλεγχος

    noun masculine

    E siccome c'è questo impegno sociale, deve esserci un controllo dello stato.

    Επειδή υπάρχει κοινωνική δέσμευση πρέπει να υπάρχει και κρατικός έλεγχος.

  • επιτήρηση

    noun

    Le carcasse di tutti gli animali risultati positivi sono trasformate sotto controllo ufficiale.

    Τα πτώματα όλων των ζώων που διαπιστώνεται ότι είναι θετικά στη νόσο υποβάλλονται σε επεξεργασία υπό επίσημη επιτήρηση.

  • εξέταση

    noun feminine

    Se non le dispiace aspettare un attimo, vorrei fare un controllo preliminare.

    Περιμένετε λίγο, θέλω να κάνω μια προκαταρκτική εξέταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελεγκτής
    • εποπτεία
    • επίβλεψη
    • επιθεώρηση
    • εξετάσεις
    • συγκράτηση
    • έρευνα
    • κυριαρχία
    • να δείς τα αξιοθέατα
    • περιορισμός
    • τσεκάπ
    • τσεκάρισμα
    • αυτοέλεγχος
    • χαλιναγώγηση
    • επιστασία
    • εγκράτεια
    • αυτοπειθαρχία
    • μαεστρία
    • στοιχείο ελέγχου
    • τσεκ-απ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " controllo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "controllo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "controllo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη