Μετάφραση του "contusione" σε Ελληνικά
Οι μώλωπας, Μώλωπας, εκχύμωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contusione" σε Ελληνικά.
contusione
noun
feminine
γραμματική
-
μώλωπας
masculineHa contusioni sul viso, contusioni da difesa sulle braccia.
Μώλωπες στο πρόσωπο, αμυντικοί μώλωπες στο χέρι του.
-
Μώλωπας
tipo di ematoma
Ha contusioni sul viso, contusioni da difesa sulle braccia.
Μώλωπες στο πρόσωπο, αμυντικοί μώλωπες στο χέρι του.
-
εκχύμωση
feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " contusione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Contusione
-
μη διεισδυτικός τραυματισμός
τραυματισμός που προκαλείται σε ένα μέρος του σώματος, με πρόσκρουση, ή σωματική επίθεση.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη