Μετάφραση του "coraggio" σε Ελληνικά

Οι θάρρος, κουράγιο, γενναιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coraggio" σε Ελληνικά.

coraggio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάρρος

    noun neuter

    Il coraggio non è solo una delle virtù cardinali, ma, come osservò C.

    Το θάρρος δεν είναι απλώς μία θεμελιώδης αρετή αλλά, όπως παρατήρησε ο Κ.

  • κουράγιο

    noun interjection neuter

    Ai tedeschi mancò il coraggio e realizzarono che la fine era vicina.

    Oι Γερμανοί δεν είχαν πια κουράγιο και καταλάβαιναν το τέλος ήταν κοντά.

  • γενναιότητα

    noun feminine

    Si dice che gli schiavi parlino del coraggio come i pesci parlano del volo.

    Oι σκλάβοι ξέρουν από γενναιότητα όσο τα ψάρια από πτήσεις, λένε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σθένος
    • ανδρεία
    • τόλμη
    • Κουράγιο
    • αφοβία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " coraggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "coraggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "coraggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη