Μετάφραση του "corpetto" σε Ελληνικά

Οι γιλέκο, γελέκο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corpetto" σε Ελληνικά.

corpetto noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γιλέκο

    noun neuter

    Un agguato per rubargli il corpetto, senza dubbio.

    Σίγουρα του έστησαν ενέδρα για το γιλέκο του.

  • γελέκο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corpetto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "corpetto"

Φράσεις παρόμοιες με "corpetto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corpetto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη