Μετάφραση του "corrente" σε Ελληνικά
Οι ρεύμα, ενέργεια, ροή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corrente" σε Ελληνικά.
corrente
adjective
noun
verb
masculine
feminine
γραμματική
Il movimento continuo in avanti di un liquido attraverso canali o condotti chiusi o aperti [..]
-
ρεύμα
noun neuterBeh non richiedono molta corrente e sono a discreta distanza.
Λοιπόν, δεν τραβάνε πολύ ρεύμα, και είναι μακριά.
-
ενέργεια
noun feminineCome ben sapete, l'energia ha plasmato il corso della storia.
Όπως γνωρίζουμε καλά, η ενέργεια έχει καθορίσει τον ρου της ιστορίας.
-
ροή
noun feminineL'aria esausta è soffiata attraverso un mezzo quale una colonna filtrante a corrente trasversale.
Ο αποβαλλόμενος αέρας διέρχεται με φύσημα διαμέσου ενός φίλτρου με σταθερό πληρωτικό υλικό με εγκάρσια ροή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τάση
- παρών
- τρέχων
- ρυάκι
- δώρο
- τωρινός
- ρέω
- ηλεκτρικό ρεύμα
- άνεμος
- αναβλύζω
- εντάση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corrente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "corrente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αιγαιόγλαρος
-
αγώνας μετ’ εμποδίων
-
κινούμαι · σπεύδω · τρέξιμο · τρέχω
-
Εναλλασσόμενο ρεύμα · εναλλασσόμενο ρεύμα
-
τρέχων κατάλογος
-
Συνεχές ρεύμα · συνεχές ρεύμα
-
διαχείριση ποταμού
-
σε εξέλιξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη