Μετάφραση του "corretto" σε Ελληνικά

Οι σωστός, ορθός, ευπρεπής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corretto" σε Ελληνικά.

corretto adjective verb masculine γραμματική

Che corrisponde ai fatti. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σωστός

    adjective

    Abbiamo votato contro la relazione, perché riteniamo più corretta la posizione della Commissione europea.

    Καταψηφίσαμε την έκθεση διότι θεωρούμε ότι η θέση της Επιτροπής είναι σωστή.

  • ορθός

    adjective

    Il denominatore corretto, pertanto, è costituito dalle vendite totali e non dalle vendite per l'esportazione.

    Επομένως, ο ορθός συντελεστής θα πρέπει να είναι το σύνολο των πωλήσεων και όχι οι εξαγωγικές πωλήσεις.

  • ευπρεπής

    Forse, dopotutto, sono una persona corretta, eh?

    Ίσως είμαι ευπρεπής τελικά!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άσφαλτος
    • άψογος
    • δεξιά
    • σωστό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corretto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "corretto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corretto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη