Μετάφραση του "corsa" σε Ελληνικά

Οι αγώνας, τρέξιμο, φυλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corsa" σε Ελληνικά.

corsa adjective noun feminine γραμματική

Azione del correre, movimento che compie chi corre. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγώνας

    noun masculine

    Gli ho appena chiesto di comportarsi bene domani, perché quella è una corsa importante per me.

    Διαλέγω αυτό το άλογο επειδή είναι ένας τόσο σημαντικός αγώνας.

  • τρέξιμο

    noun

    δραστηριότητα ή άθλημα όπου κάποιος μετακινείται με τα πόδια να αφήνουν το έδαφος

    Venti secondi mi sembrano giusti, così non dovremo correre così tanto.

    Καλά ειναι τα εικοσι δεύτερα, δεν θα έχουμε και πολύ τρέξιμο.

  • φυλή

    noun feminine

    Quando vorrete ricominciare questa corsa per topi, trovatevi un altro topo.

    Επόμενη φορά που θέλετε να επανεφεύρουμε τη φυλή αρουραίων, βρείτε τον εαυτό σας ένα άλλο αρουραίο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corsa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "corsa"

Φράσεις παρόμοιες με "corsa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corsa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη