Μετάφραση του "cortile" σε Ελληνικά

Οι αυλή, προαύλιο, δικαστήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cortile" σε Ελληνικά.

cortile noun masculine γραμματική

Una piccola area normalmente non coltivata adiacente o entro i confini di una casa o di un altro edificio.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυλή

    noun feminine

    Tom piantò nel suo cortile tre alberi di mele.

    Ο Τομ φύτεψε τρεις μηλιές στην αυλή του.

  • προαύλιο

    noun neuter

    Ho sentito i tuoi uomini parlare nel cortile.

    Άκουσα, τους ανθρώπους σου που μιλούσαν στο προαύλιο.

  • δικαστήριο

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περίπου ένα μέτρο
    • περίβολος
    • προάυλιο
    • περίγυρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cortile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cortile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη