Μετάφραση του "cosmetico" σε Ελληνικά

Οι καλλυντικό, αισθητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cosmetico" σε Ελληνικά.

cosmetico adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλλυντικό

    noun

    Quando un prodotto cosmetico è immesso sul mercato, la persona responsabile tiene una documentazione informativa su di esso.

    Όταν ένα καλλυντικό προϊόν τοποθετείται στην αγορά, το υπεύθυνο πρόσωπο διατηρεί φάκελο πληροφοριών του προϊόντος αυτού.

  • αισθητικός

    noun masculine

    Con la tua bellissima pelle te la caveresti bene coi cosmetici!

    Με την όμορφη επιδερμίδα σου θα είσαι πολύ καλή αισθητικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cosmetico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cosmetico"

Φράσεις παρόμοιες με "cosmetico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cosmetico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη