Μετάφραση του "cotto" σε Ελληνικά

Οι μαγειρευμένη, μαγειρευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cotto" σε Ελληνικά.

cotto adjective noun verb masculine γραμματική

Termine usato per indicare sia il mattone, sia altri oggetti in terracotta. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγειρευμένη

  • μαγειρευμένος

    masculine

    La cotenna cotta, il fegato di suino e le cipolle vengono fatti passare attraverso un tritacarne con uno stampo a fori di 3 mm.

    Ο μαγειρευμένος πολτός, το συκώτι χοίρου και τα κρεμμύδια περνούν μέσα από δίσκο με οπές 3 mm.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cotto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cotto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κάνω · μάγειρας · μαγείρεμα · μαγειρεύω · μαγειρική · παρασκευάζω · παρασκευή · φτιάχνω · φώγειν · ψήνομαι · ψήνω · ψήσει
  • βραστό αυγό
  • θώρακας · πανοπλία
  • Πανακότα
  • ψήνω
  • θώρακας · πανοπλία
  • καυτός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cotto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη