Μετάφραση του "creare" σε Ελληνικά

Οι δημιουργώ, πλάθω, εδραιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "creare" σε Ελληνικά.

creare verb γραμματική

Creare qualcosa, generalmente per una funzione specifica.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημιουργώ

    verb

    παράγω κτ., κάνω να υπάρξει κτ. που πριν δεν υπήρχε

    Dio creò il mondo.

    Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο.

  • πλάθω

    verb

    Il suo cervello sta creando un falso ricordo per quello che è successo in Messico.

    Το μυαλό του πλάθει ιστορίες για το τι συνέβη στο Μεξικό.

  • εδραιώνω

    verb

    Allo stesso tempo, si dovrebbe creare una cooperazione con tali paesi all’interno dei loro confini.

    Συγχρόνως, πρέπει να εδραιωθεί η συνεργασία με τις χώρες αυτές εντός των συνόρων τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκαθιστώ
    • μορφοποιώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " creare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "creare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "creare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη