Μετάφραση του "creditore" σε Ελληνικά

Οι πιστωτής, δανειστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "creditore" σε Ελληνικά.

creditore noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστωτής

    noun masculine

    Il creditore ha quindi la garanzia di non perdere il credito

    Συνεπώς, ο πιστωτής έχει την εγγύηση ότι δεν θα χάσει τις απαιτήσεις του·

  • δανειστής

    noun masculine

    Il creditore può ottenere il risarcimento per ogni altro danno.

    Ο δανειστής μπορεί να αξιώσει αποζημίωση για κάθε περαιτέρω ζημία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " creditore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "creditore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη