Μετάφραση του "cren" σε Ελληνικά
Οι χρένο, αγριοράπανο, αρμορακία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cren" σε Ελληνικά.
cren
noun
masculine
γραμματική
-
χρένο
noun neuter -
αγριοράπανο
neuter -
αρμορακία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cren"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη