Μετάφραση του "cretaceo" σε Ελληνικά

Οι Κρητιδικό, κιμωλία, κρητιδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cretaceo" σε Ελληνικά.

cretaceo adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κρητιδικό

    neuter

    E'l'equivalente del Cretaceo del piccione viaggiatore.

    Είναι το Κρητιδικό αντίστοιχο του ταχυδρομικού περιστεριού.

  • κιμωλία

    Noun feminine
  • κρητιδικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cretaceo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cretaceo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη