Μετάφραση του "crinale" σε Ελληνικά

Οι γκρεμός, βουνοπλαγιά, κλιτύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crinale" σε Ελληνικά.

crinale noun masculine γραμματική

Zona più elevata di una catena montuosa, spesso coincidente con lo spartiacque.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκρεμός

    noun masculine

    Capitano, questo crinale si estende per un chilometro da entrambi i lati.

    Κυβερνήτη, ο γκρεμός εκτείνεται για 1 χλμ. προς κάθε κατεύθυνση.

  • βουνοπλαγιά

    feminine
  • κλιτύς

    feminine
  • πρανές

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crinale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crinale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη