Μετάφραση του "crisi" σε Ελληνικά

Οι κρίση, οικονομική κρίση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crisi" σε Ελληνικά.

crisi noun feminine γραμματική

Improvvisa insorgenza di una malattia.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρίση

    noun feminine

    evento o situazione di instabilità in vari ambiti

    Anche mia madre ha avuto una crisi di mezza età.

    Και η μάνα μου είχε αυτή την κρίση μέσης ηλικίας.

  • οικονομική κρίση

    noun

    In questo contesto, la parola crisi è riferita sia alla crisi finanziaria sia alla crisi economica.

    Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση αφορά τόσο τη χρηματοπιστωτική όσο και την οικονομική κρίση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crisi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Crisi

Crisi (film 1946)

+ Προσθήκη

"Crisi" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Crisi στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "crisi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crisi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη